Και ο γοργοπόδης Αχιλλεύς της αποκρίθη ο θείος:
«Και πως θα πάω στον πόλεμον; Τ’ άρματα εκείνοι επήραν.
Κι εμένα είπε η μητέρα μου να μην εβγώ στην μάχην
πριν την ιδούν τα μάτια μου εδώ να γύρει οπίσω.
Ότι άρματ’ απ’ τον Ήφαιστον θαρεί να φέρει ωραία.
Ουδ’ άλλου ξέρω αρματωσιά ν’ αρμόζει εγώ να ζώσω
ή την ασπίδα που φορεί ο Τελαμώνιος Αίας.
Αλλά κι εκείνος προμαχεί, θαρρώ, μες στον αγώνα
τον πεθαμένον Πάτροκλον να σώσει από τους Τρώας.».
«Καλώς γνωρίζομε κι εμείς», του απάντησεν η Ίρις,
«που τ’ άρματα τα ολόλαμπρα κρατούνται, αλλ’ όπως είσαι
πήγαινε προς τον χάντακα, φανίσου εκεί των Τρώων,
ίσως αυτοί σε φοβηθούν και από την μάχην παύσουν
και ξανασάνουν οι Αχαιοί απ’ τον βαρύν αγώνα.
Και το μικρό ξανάσασμα στον πόλεμον αξίζει.».
«Καλώς γνωρίζομε κι εμείς», του απάντησεν η Ίρις,
«που τ’ άρματα τα ολόλαμπρα κρατούνται, αλλ’ όπως είσαι
πήγαινε προς τον χάντακα, φανίσου εκεί των Τρώων,
ίσως αυτοί σε φοβηθούν και από την μάχην παύσουν
και ξανασάνουν οι Αχαιοί απ’ τον βαρύν αγώνα.
Και το μικρό ξανάσασμα στον πόλεμον αξίζει.».
Και ως αναχώρησε η θεά, πετάχθηκεν ο θείος
Πηλείδης. Τότε η Αθηνά τους εξαισίους ώμους
με την φρικτήν του εσκέπασεν αιγίδα κροσσωμένην.
Με νέφος εστεφάνωνε χρυσό την κεφαλήν του,
και άναβε φλόγα ολόλαμπρη μέσ’ από κείνο η θεία.
Και όπως μακρόθεν φαίνεται και φθάνει ως τον αιθέρα
καπνός, από περίβρεκτην πολιορκημένην χώραν.
Με αγών’ από τα τείχη τους ολημερίς παλαίουν
και ο ήλιος άμα βυθισθεί πυκνές φωτιές αστράφτουν
να φθάσ’ η λάμψη από ψηλά στους γείτονες και δράμουν
ίσως με τα καράβια τους στον όλεθρον σωτήρες,
όμοι’ από την κεφαλήν πετιόνταν του Αχιλλέως
ως τον αιθέρ’ αναλαμπή. Ξεκίνησε απ’ το τείχος
στον χάντακα, όμως έμεινε μακράν απ’ τους Αργείους,
ως ήθελε να σεβαστεί τον λόγον της μητρός του.
Εστάθη εκεί κι εκραύγασεν. Κι η Αθηνά με αλλην
φωνήν τον τρόμον έβαλεν εις την ψυχήν των Τρώων.
Σάλπιγγα τόσο δεν αχά στην χώρα οπού γύρω
έχουν ζωσμένην οι εχθροί να την εξολοθρεύσουν,
όσο η βοή που έβγαλεν ο ανίκητος Πηλείδης
και όλη ταράχθηκε η ψυχή στην χάλκινην φωνήν του.
Οι ίπποι οπισθογύρισαν τ’ αμάξια τρομασμένοι,
ότι αισθανόνταν συμφορές, και οι κυβερνήτες όλοι
ζαλίζονταν απ’ την φωτιά, που επάνω εις του Αχιλλέως
την κεφαλήν αδάμαστη φρικτά φεγγοβολούσε,
όπως την άναβ’ η Αθηνά. Και τρεις φορες επάνω
από τον λάκκον φώναξεν ο Αχιλλεύς και τόσες
οι Τρώες και όλ’ οι βοηθοί γενήκαν άνω κάτω.
Και πολεμάρχοι δώδεκα στες λόγχες των εβρήκαν
και στους τροχούς τον θάνατον, και μέσ’ από τα βέλη
οι Αχαιοί τον Πάτροκλον επήραν και τον θέσαν
εις το κλινάρι κι έστεκαν ολόγυρά του οι φίλοι
οι ποθητοί του κλαίοντας. Μ’ εκείνους ο Πηλείδης
έχυνε δάκρυα θερμά, άμ’ είδε τον πιστόν του
φίλον στο νεκροκρέβατο με τα σχισμένα στήθη.
Στον πόλεμον με άλογα κι αμάξ’ αυτός τον είχε
στείλει, αλλά δεν τον δέχθηκεν οπίσω από την μάχην.
Και ο ήλιος ο ακούραστος εβιάσθη από την Ήραν
προ ώρας στου Ωκεανού το ρεύμα να βυθίσει.
Έδυσ’ ο ήλιος κι ο στρατός των Αχαιών ανδρείων
ησύχασε απ’ τον πόλεμον που όλους θερίζει ομοίως.
Και απ’ τ’ άλλο μέρος άφησαν τον φονικόν αγώνα
και οι Τρώες, και απ’ τες άμαξες εξέζεψαν τους ίππους,
και εις σύνοδον συνάχθηκαν, για δείπνο πριν φροντίσουν,
όλοι ορθοί, μηδέ κανείς τολμούσε να καθίσει.
Τρόμος τους πήρε απ’ την στιγμήν που εφάνηκε ο Πηλείδης,
που έλειπε απ’ τον πόλεμον τόσον καιρόν στα πλοία.
Κυριακή 23 Μαρτίου 2008
Αναρτήθηκε από
andreas T
0
σχόλια
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
